Ξεκινώ με πρώτο θέμα μου το Κρυφό Σχολειό, σα φόρο Τιμής σε όσους κράτησαν τη γλώσσα και την Εθνική μας ταυτότητα, στους σκοτεινούς πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας.
Μικρός ο χώρος, μόλις μπαίνουμε. Κάνω παλαίωση στους πέτρινους τοίχους και στα ταβάνια. Η βασική λειτουργία του, είναι να προσαρμοστεί η όραση του επισκέπτη στο λιγοστό φωτισμό των επόμενων αιθουσών. Συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια. Ο χώρος γίνεται κρυφός, μικρός, μυστικός. Στρίβοντας τα δυο τελευταία τριγωνικά σκαλοπάτια, πατάμε σ' ένα μικρό πλακόστρωτο χώρο. Είναι στεγασμένος με μια μεγάλη καμάρα. Αναπτύσσω δεξιά, σε διάφορα ύψη, μικρές τυφλές αψίδες, κόγχες και στη βάση βράχια, για να δείξω το βάθος και την αντιστήριξη του υπόγειου αυτού χώρου. Απέναντί μας τώρα, ανοίγεται ένα μεγάλο τόξο, απ' όπου φαίνεται ο χώρος του Κρυφού Σχολειού.
Δεν είναι μύθος. Από το 1581 μαθαίνουμε, ότι ήταν στην Κωνσταντινούπολη 10 κρυφά σχολειά, στη Χίο 4, στην Πελοπόννησο 10 και σε άλλους τόπους 50· με δάσκαλους παπάδες και μοναχούς. Όλα τους ήταν κάτω από την προστασία της Εκκλησίας. Μοναδικό φαινόμενο σ' όλους τους λαούς, να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα τη νύχτα. Μέσα σε τόσους αιώνες σκλαβιάς, δε θα μπορούσαν ποτέ να κρατήσουν οι Έλληνες τη Θρησκεία και τη γλώσσα τους.
Μισογραμματισμένοι παπάδες και καλόγεροι, μιλούσαν στα παιδιά για τον Χριστό και για την Πατρίδα, τα παρηγορούσαν, τους έδιναν ελπίδα. Τα πρώτα βιβλία τους, ήταν Εκκλησιαστικοί Τόμοι όπως το Οκτωήχι, το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο. Μόνο θρησκευτικά βιβλία έβγαζαν και μπορούσαν να στείλουν οι Έλληνες του εξωτερικού για τη σκλαβωμένη πατρίδα. [Πρώτη η Εκκλησία ίδρυσε τυπογραφείο το 1627, με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη. Ήταν το πρώτο στην Ανατολή. Άλλα τυπογραφεία υπήρξαν στο Ιάσιο, το1680, στο Βουκουρέστι και στη Μοσχόπολη, το 1710, με τον ιερομόναχο Γρηγόριο Κωνσταντινίδη. Και στα 1798, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ ίδρυσε στο Πατριαρχείο, "Τυπογραφείο του Γένους"].
Ο χώρος [αντικειμενικά] είναι μικρός. Τον διαίρεσα σε δυο ανόμοιες αρμονικές επιφάνειες (κλίτη). Το ένα κλίτος καταλήγει σε τυφλή αψίδα, το δε άλλο σε μια μικρή τοξωτή πόρτα εξόδου, για διαφυγή των μαθητών σε κάθε κίνδυνο. Τα πλατυκέφαλα καρφιά αυτής της μικρής πόρτας, τα χύτευσα με μολύβι και αντιμόνιο. Από τη δεξιά μεριά του μεγάλου κλίτους, δημιούργησα τέσσερις μικρές τυφλές αψίδες, όμοιες μεταξύ τους, με τύμπανο επίπεδο. Ήθελα να μεγαλώσω το βάθος της αίθουσας [υποκειμενικά], αισθητικά και προοπτικά, για να φανεί η κεντρική τυφλή αψίδα πιο μεγάλη, μιας που εκεί θα έβαζα τον παπά-δάσκαλο όρθιο. Έτσι θα τόνιζα την κάθετη φιγούρα, με την ανάτασή της και τη δεσπόζουσα θέση της στη γενική σύνθεση.
Μέτρο βασικό είναι ο άνθρωπος. Τα μικρά αντικείμενα που τοποθετώ εδώ, τα έχω σα μέτρο σύγκρισης. Ο οπτικός κώνος του επισκέπτη, γενικά, σχηματίζεται σε απόσταση ίση με το ύψος της καμάρας, για να προσέξει λεπτομέρειες, με οριζόντιο άξονα γωνίας 45 μοιρών.
Τα υλικά είναι νευρομετάλ, σιδερένια πλέγματα και τσιμεντοκονίαμα. Οι πατίνες έγιναν με χρώματα πλαστικά, ακρυλικά, σκόνες, τέμπερες, ελαιοχρώματα και γομαλάκα.
Από τα ρούχα των μαθητών, άλλα τα έραψα (παντελόνια από σαμαροσκούτι) και άλλα είναι μεταποιημένα και αγορασμένα από παλαιοπωλεία στα Γιάννενα.
Τα πρόσωπα του Κρυφού Σχολειού, τα δούλεψα από μοντέλα, στο εργαστήρι μου στην Αθήνα και στα Γιάννενα. |
Το 1954-55, δούλεψα τον παπά-δάσκαλο που ήταν από τα χωριά της Κόνιτσας. Τα άλλα παιδιά, είναι του βουνού και του κάμπου, ο δε μικρός -όρθιος- είναι ο γιος μου.
Τη σύνθεση αυτή που έκαμα, την πίστεψα, τη μελέτησα, την αγάπησα. Ήταν και η αιτία να αρχίσω να πειραματίζομαι με την απόδοση Ιστορικών γεγονότων και προσώπων. Για όσο καιρό ήμουν αποσπασμένος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, γνώρισα πολλούς συναδέλφους, ιστορικούς και φιλόλογους. Πάντα πίστευα ότι καθένας μας, συνεισφέρει στη μόρφωση ή και την καλλιέργεια άλλων. Η δική μου επιθυμία, ήταν να μπορέσω, σα γλύπτης, με δικό μου τρόπο, να πραγματώσω τη δημιουργία σκηνών, γεγονότων, μορφών της Ελληνικής Ιστορίας.
Αποφεύγοντας λάθη, όπως μετατροπές κτιρίων με χρηστικότητα & προσωπικότητα άσχετη αυτής ενός Μουσειακού χώρου, δημιούργησα απ' το μηδέν, ένα δικό μου χώρο, στο χωριό Μουζακαίοι Ιωαννίνων. Πειραματίστηκα με πολλά υλικά και κατέληξα στο κερί, μιας που αποδίδει καλύτερα τους χρωματικούς τόνους του ανθρώπινου δέρματος (και των μυών που βρίσκονται κάτω απ' αυτό). Άρχισα να δείχνω τη δουλειά μου στους συναδέλφους μου... και τα υπόλοιπα είναι ιστορία!
Το όρθιο ανάστημα του παπά-δάσκαλου, σταματά το χρόνο για λίγο. Τα παιδιά, σταμάτησαν να γράφουν, να διαβάζουν. Στοχάζονται... |